Το ARISE έρχεται να απαντήσει σε ένα σύνθετο πρόβλημα που βρίσκεται στη διασταύρωση της ασφάλειας τροφίμων, της προστασίας του καταναλωτή, της αειφορικής γεωργίας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής ορυζοπαραγωγής. Το ρύζι, λόγω του ιδιαίτερου τρόπου καλλιέργειάς του σε κατακλυζόμενους ορυζώνες, μπορεί να προσλαμβάνει αρσενικό (As) από το έδαφος και το αρδευτικό νερό. Η παρουσία As δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης στην αλυσίδα τροφίμων, καθώς αφορά ένα προϊόν ευρείας κατανάλωσης, υψηλής διατροφικής σημασίας και άμεσης σύνδεσης με την αγροτική οικονομία.
Το κρίσιμο κενό που αντιμετωπίζει το έργο είναι ότι, μέχρι σήμερα, η διαχείριση του As στο ρύζι συχνά περιορίζεται σε ελέγχους μετά την παραγωγή, χωρίς να ενσωματώνεται συστηματικά η προληπτική γνώση για το χωράφι, το νερό, τις καλλιεργητικές πρακτικές και την επεξεργασία του προϊόντος. Έτσι, ο παραγωγός και ο μεταποιητής δεν διαθέτουν πάντα ένα πρακτικό, επιστημονικά τεκμηριωμένο και οικονομικά ρεαλιστικό εργαλείο για να μειώνουν τον κίνδυνο πριν αυτός φτάσει στο τελικό προϊόν. Το αποτέλεσμα είναι μια αλυσίδα αξίας που μπορεί να γνωρίζει το πρόβλημα, αλλά δεν έχει πάντα ενιαίο μηχανισμό πρόβλεψης, παρέμβασης, τεκμηρίωσης και επικοινωνίας.
Με τον τρόπο αυτό, το ARISE δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως απλή χημική επιβάρυνση. Το αντιμετωπίζει ως πρόκληση συστήματος: από το χωράφι και το νερό μέχρι την επεξεργασία, τη σήμανση, την αγορά και την πληροφόρηση του καταναλωτή. Η λύση που προτείνει είναι προληπτική, μετρήσιμη και μεταφέρσιμη. Συνδέει την επιστημονική ανάλυση με την εφαρμογή σε πραγματικούς ορυζώνες, την παραγωγή με τη μεταποίηση και τη διαφάνεια με την εμπορική αξία.
Παράλληλα, δίνει στους εμπλεκόμενους φορείς ένα κοινό πλαίσιο γλώσσας και τεκμηρίωσης: πού υπάρχει κίνδυνος, ποια παρέμβαση εφαρμόζεται, τι αποτέλεσμα επιτυγχάνεται και πώς αυτό μεταφέρεται αξιόπιστα στην αγορά. Έτσι δημιουργεί τις βάσεις για ασφαλέστερο ρύζι, καθαρότερη παραγωγική πρακτική και ισχυρότερη θέση του ελληνικού ρυζιού σε μια αγορά όπου η ποιότητα, η τεκμηρίωση και η περιβαλλοντική υπευθυνότητα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για παραγωγούς, επιχειρήσεις, καταναλωτές και θεσμικούς φορείς.